Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Στέλλα κοιμήσου




    Στέλλα Κοιμήσου

Παράσταση '' Στέλλα Κοιμήσου '΄  στο Εθνικό , συγγραφή -σκηνοθεσία Γ. Οικονομίδης.

Οι Γερακάρηδες ζούνε την ζωή τους και εμείς οι θεατές ''εισβάλλουμε" σιωπηρά στον χώρο τους για να τους παρακολουθήσουμε πίσω από τον τέταρτο τοίχο , ενώ εκείνοι αραγείς στην σοβαρότητα τους , υποκρίνονται πως δεν μας βλέπουν. Η νοσηρότητα της αστικής οικογένειας ξεχύνεται στην εποφάνεια.
Ο πατέρας - τύραννος θα ουρλιάξει κάποια στογμή '' είσαστε όλοι εξαρτώμενα μέλη''. Το χρήμα και η απληστία δεν καθορίζουν μόνο τις κοινωνικές , πολιτικές και οικονομικές σχέσεις αλλά και τους δεσμούς αίματος. Η εξουσία όπως έλεγε ο Φοθκώ υπάρχει παντού , δεν της ξεφεύγουμε ποτέ.  Εντυπωσιακές ερμηνείες. Ο Στάθης Σταμουλακάτος σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα του σαν πατέρας. Το ανθρώπινο κτήνος είναι εκεί. Η εικόνα αυτού του ηθοποίου , ημίγυμνο, λουσμένο στον ιδρώτα, με την κοιλιά να κρέμεται  αποκαλύπτει την χειρότερη και ίσως πιο διαχρονική εποχή μας.

    ''Από την πολυθρόνα σου κυβερνούσες τον κόσμο. Η γνώμη σου ήταν σωστή , κάθε άλλη ήταν παλαβή, εκκεντρική, τρελλή , εξωπραγματική. Ουσιαστικά η αυτοπεποίθηση σου ήταν τόσο μεγάλη ώστε δεν χρειαζόταν να είσαι καθόλου συνεπής και φυσικά ποτέ δεν είχες άδικο.
     Διέθετες εκείνο το αινιγματικό στοιχείο που έχουν όλοι οι τύραννοι των οποίων ο νόμος θεμελιωνεται στο άτομο τους και όχι στη λογική. Έτσι για μένα ο κόσμος έγινε τρια κομμάτια : ένας στον οποίο εγώ ο σκλάβος , ζούσα κάτω από νόμους που είχαν θεσπιστεί αποκλειστικά για μένα και με τους οποίους επιπλέον δεν μπορούσα, χωρίς να ξέρω το γιατί , να σθμορφωθώ πλήρως,μετά ένας δεύτερος κόσμος, απείρως μακρύτερα από το δικό μου, στον οποίο ζούσες εσύ, απασχολημένος με την διακυβέρνηση, με την έκδοση δαιταγών και με το πρόβλημα της ανηπακοής προς αυτές  και τέλος ένας τρίτος κόσμος, όπου όλοι οι άλλοι ζούσαν ευτυχισμένοι και απαλλαγμένοι από διαταγές και την ανάγκη να υπακούσουν. 
      Αυτό που εμένα με κατακυριεύει εσένα δεν σε αγγίζει καθόλου και το αντρίστροφο. Αυτό που για σένα ελιναι αθωότητα , μπορεί για μένα να είναι ενοχή και το αντίστροφο. Αυτό που δεν έχει καμιά σημασία για σένα , για μένα μπορεί να είναι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο μου. Μερικές φορές φαντάζομαι ανοιχτό το χάρτη του κόσμου κι εσένα ξαπλωμένο διαγώνια επάνω του. Τότε μου φαίνεται ότι θα μπορούσα να ζήσω μόνο σ΄εκείνα τα μέρη που είτε δεν κάλυπτες ,  είτε δεν βρισκόταν κοντά σου. Σύμφωνα με την αντίληψη που έχω για το μέγεθος σου,  αυτά δεν είναι ούτε πολλά , ούτε ιδιαίτερα άνετα μέρη. 

Φράντς Κάφκα
Γράμμα στον πατέρα
μετ. Γιώργος Βασιλάκος - Άντα Γαρμπή
Ελεύθερος Τύπος 2002



Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Με ωτοασπίδες στ΄αυτιά και βαμβάκια στα μάτια






      Περπατάνε στην εξαντλημένη πόλη κι εκείνη στέκει ακίνητη. Μια πόλη πιο ακίνητη από ποτέ, όμοια με σκηνικό ενός θεατρικού όπου οι πρωταγωνιστές φορούν ωτοασπίδες στα αυτιά και βαμβάκια στα μάτια. Περπατούν στο κέντρο του σκηνικού σε δρόμους που μυρίζουν ξεραμένο κάτουρο. Περνούν μπροστά από τοίχους που ξεφλουδίζουν πολύχρωμα χαρτιά αναγγελίας συναυλιών, θεατρικών παραστάσεων, φροντιστηρίων, κηδειών. Στις γωνίες των στοών, πάνω σε βρώμικα, μαρμάρινα σκαλάκια τεράστιοι μεταξοσκώλικες φτιαγμένοι από αδιάβροχο ύφασμα και βαμβάκι διατηρούνται στα όρια της επιβίωσης.
     Οι περαστικοί με τις ωτοασπίδες και τα βαμβάκια στα μάτια ρολάρουν πάνω σε μαλακές στιγμές. Ο ήχος που φθάνει στα αυτιά τους μοιάζει να φθάνει από πολύ μακριά, από κάποιο άγνωστο βυθό. Ο πόνος του συνανθρώπου, το ζάρωμα από το κρύο, το μελάνιασμα, το χάος, η απουσία, η βρώμα, το κλάμα, το ουρλιαχτό είναι μια εκδορά στην ακοή. Ποιος άραγε ευθύνεται για κάτι τέτοιο;  Ας διακινδυνέψουμε μια απάντηση. Είναι η χρήση όλων αυτών των μέσων του βουλώματος. Η χρήση των υψηλής ποιότητας ωτοασπίδων και του βαμβακιού που κλείνουν κάθε είσοδο της θέασης του βυθού. Η διαβρωτική αμηχανία του ανθρώπου μπροστά στην σιωπή. Ένα μπουκάλι βουλωμένο με αφρώδες υλικό που ταξιδεύει ακυβέρνητο στον ωκεανό με το μήνυμα της διάσωσης βιαστικά γραμμένο στον εαυτό του. 
      Τα χρώματα των φαναριών αλλάζουν νύχτα μέρα, οι διαβάτες διασχίζουν το δρόμο  και περνούν απέναντι. Τα κλειστά μαγαζιά, οι άδειοι δρόμοι το βράδυ, τα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας εμπορικά, η εξαναγκασμένη απουσία των φίλων που μετοίκησαν είναι τα προσωρινά ερείπια του πραγματικού χρόνου. Οι αποστάσεις γίνονται ευθείες και δεν υπάρχουν διαδρομές, ενδιάμεσα τοπία, προσωρινές παύσεις. Μια ολόκληρη πόλη εκτεθειμένη στην αδράνεια περιμένει στην στάση του λεωφορείου χωρίς εισητήριο ενώ έχει ήδη αργήσει. 
     Οι περαστικοί με τις ωτοασπίδες και τα βαμβάκια στα μάτια περπατούν ακούγοντας μονάχα τον δικό τους καρδιακό παλμό. Αναγνωρίζουν μονάχα την δική τους ύπαρξη στο κάθε χτύπο. Αδιαφορούν για τους χτύπους γύρω. Ξέρουν μονάχα την δική τους αρτηριακή πίεση και αδικία Είναι άνθρωποι που περπατούν και την ίδια ώρα που υπάρχουν, λείπουν. Και όταν λείπουν οι άνθρωποι, λείπουν τα αυτονόητα. 
     Κάποια περιστέρια, κάποιοι ξεχασμένοι συναγερμοί, το γάβγισμα κάποιου σκύλου μακριά, τα τζιτζίκια το καλοκαίρι, οι σειρήνες του ασθενοφόρου, τα βιαστικά τακουνάκια στο πεζοδρόμιο, όλοι αυτοί οι δίχως βλέφαρα ήχοι δίνουν μια ξεχασμένη γεύση υποβρυχίου βανίλιας στο βυθό της σιωπής. Ο μακρινός ήχος βουτάει και εμφανίζει την πιο μέσα σιωπή. Αυτή που όταν την βυθομετρήσουμε αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ό,τι συμβαίνει γύρω μας. 

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Τα γενέθλια



    Είχε γενέθλια Δευτέρα και δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Η πρώτη εργάσιμη της βδομάδας. Οι φίλοι δουλεύουν από το πρωί και πολλά κέφια δεν έχουν. Το πιθανότερο είναι να τον ξεχάσουν. Το σαββατοκύριακο είναι μακριά, μέχρι να φθάσει τα γενέθλια μπαγιάτεψαν.        
    Από μια ηλικία και πάνω δεν ήταν σίγουρο πως ήθελε να γιορτάζει τα γενέθλια του. Όμως δεν ήταν ακριβώς αλήθεια αυτό. Ίσως μοιάζει με κάποιου είδους διαστροφή. Αυτό το ετήσιο κλικ στο ρολόι ήθελε να το γιορτάζει. Άγνωστο γιατί. Ίσως αυτό το κλικ σε βοηθάει να είσαι λιγότερο αποσυντωνισμένος. Την ίδια στιγμή που δεν είχε την παραμικρή ιδέα του τι πρόκειται να κάνει. Ήταν πάντα λίγο δύσκολο να το εξηγήσει. Όμως το είχε κερδίσει. Και όσα είχε κερδίσει ήταν αυτά που ανέμιζαν μπλεγμένα στο κασκόλ του και τον κρατούσαν ψηλά και γινόταν τότε ένας άνθρωπος που έμοιαζε με φυλλωσιά, δέντρο ή λουλούδι. Ρόλοι ξεκάθαροι που δεν τους μπέρδευε ποτέ. 

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Δευτερόλεπτα




           Εκεί που μεγάλωνες με την ασφάλεια της παρουσίας μου ξαφνικά έφυγες. Πρώτη μέρα στο αμφιθέατρο σε μια πόλη μακριά από την δική μας να παρακολουθείς με ενθουσιασμό τους καθηγητές που κατακτούν την νεανική σου καρδιά με τις γνώσεις τους και να σου ανοίγουν διάπλατα ένα ολοκαίνουργιο κόσμο, τον κόσμο της επιστήμης που με πάθος επέλεξες. Και μετά κι άλλες μέρες και άλλες χαρές και νέες φιλίες και σχέδια για ταξίδια και μεταπτυχιακά και όνειρα για μια ζωή όχι σαν αυτή που φαίνεται γιατί γυαλίζει, αλλά για μια άλλη ζωή σαν αυτή που πάντα σε προκαλούσε, μια ουσιαστική και ευωδιαστή, δημιουργική ζωή με συναισθήματα. Μια ανθρώπινη, άξια ζωή που αναζητούσες πάντα να εξερευνήσεις.
          Με λίγα λόγια ήρθε η ζωή και μπήκε στη μέση. Η καθημερινή επαφή αντικαταστάθηκε  με σύντομα μηνύματα αγάπης μέσα απ΄όλα τα μέσα δικτύωσης και τηλεφωνήματα δευτερολέπτων. Συνήθως με πρωτοβουλία δική μου για να είμαι ειλικρινής ή των ενοχών σου όταν έχεις αγνοήσει κλήσεις μου ή έχουμε λίγες μέρες να μιλήσουμε λιγάκι πιο πολύ. Τα νέα μας σε περίληψη. Αναξαρτήτως ώρας του τηλεφωνήματος θα  διατυπώσω μια ερώτηση για την διατροφή. ΄Εφαγες; Θα φας; Πήγες σούπερ μάρκετ; Θα μαγειρέψεις; Mετά κάποιες  ερωτήσεις γενικού ενδιαφέροντος. Θα βγεις; Πέρασες καλά; Πώς πήγε το μάθημα; Τι κάνουν τα παιδιά; Περνάτε ωραία; Γνώρισες κι άλλα παιδιά; Μετά οι παύσεις. Ίσως περιμένω κάτι να μου πεις. Κάτι που δεν ξέρεις πως να μου το πείς και θέλεις να το αφήσεις να τσουλήσει πάνω σε μια παύση. Αν δεν θέλεις τίποτα άλλο να μου πεις, με ρωτάς ένα γενικό ''τι άλλα νέα;''. Είναι η σειρά μου να πω περιληπτικά τα νέα μου. Εδώ το θέμα είναι ελεύθερο, οπότε λέω λίγο απ' όλα, στη δουλειά καλά, ξέρεις τώρα μου αρέσουν αυτά που κάνω, με τον πατέρα σου πάμε και περπατάμε όλο και πιο συχνά, η αδερφή σου ίσως δώσει για το δεύτερο πτυχίο στα Γερμανικά, είδαμε μια πολύ καλή ταινία στο σινεμά, στο Μπενάκη έχει μια έκθεση γιαπωνέζικης ζωγραφικής που θα σου άρεσε πολύ, όταν έρθεις να πας να την δεις. Το τηλέφωνο φθάνει στο τέλος του. - ''Μην με ξεχνάς, να με παίρνεις ''. 
- Μα σε παίρνω, κάθε μέρα μιλάμε μαμά. Κλείνω ανακουφισμένη. Δύσπιστη μα ανακουφισμένη. 
         Κάθε φορά που κλείνουμε, το μάτι μου πέφτει στην οθόνη του τηλεφώνου. Η διάρκεια της κλήσης είτε πρωινής, είτε βραδυνής είναι σχεδόν πάντα περίπου η ίδια, κάποια λίγα δευτερόλεπτα με δυσκολία  λεπτά χωρίς  να μπορώ να καταλάβω ποια τυχαία σύμπτωση έχει αποφασίσει αυτό το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο κι αν είναι κάτι που το ορίζεις άθελα σου εσύ ή εγώ. Και όλο λέω να κάνω κάτι να το αλλάξω κι όλο δεν κάνω και αυτό συνεχίζει απαράλλαχτο. Να βρω κάτι άλλο να σου πω, κάτι άλλο να σε ρωτήσω και να δώσω λίγη ακόμα χαρά και διάρκεια στην επικοινωνία μας. Όμως έτσι που σκάει κάποια άσχετη στιγμή της καθημερινότητας το τηλέφωνο και όπως δεν θέλω να σε φορτώνω  και με άλλες κι άλλες κλήσεις, να μην γίνω κουραστική, παραβιαστική, η γιορτή να σε ακούσω κρατά αυτό το συγκεκριμένο μικρό χρονικό διάστημα.
       Τελικά όμως αυτό που καταλαβαίνω είναι πως η επικοινωνία μας δεν κρατά μόνο αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα. Ο συγκεκριμένος χρόνος δεν υφίσταται πραγματικά. Δεν είναι παρά η τυχαία διάρκεια μιας καθημερινής, αναπόδραστης συνήθειας. Η φωνή, οι ερωτήσεις, όλα αυτά που σου δίνουν και μου δίνουν χαρά, όλα αυτά που με στεναχωρούν και σε στεναχωρούν, ο τρόπος που βλέπω και βλέπεις τον κόσμο, οι πιο βαθειές επιθυμίες μας, οι φόβοι, είναι όλα μέσα μας. Είναι αναπόσπαστα κομμάτια των πρώτων-πρώτων χρόνων σου και των μελλοντικών σου προβολών.
          Σκέφτομαι πως αυτή είναι η ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ μας από την πρώτη μέρα που γεννήθηκες (ίσως και μερικούς μήνες πιο πριν) και πως το καθημερινό τηλέφωνο δεν θα πάψει παρά μόνο αφού φύγουμε και οι δυο σε διαφορετικούς χρόνους απ΄αυτή τη ζωή. Σκέφτομαι ακόμα πως όλα αυτά τα λεπτά των κλήσεων μαζί μοιάζουν με τα δευτερόλεπτα των δικών μου τηλεφωνημάτων στην μητέρα μου. Και πως αν αξιωθώ να φθάσω σε βαθιά γεράματα και δω το συνολικό χρόνο στην οθόνη του τηλεφώνου, θα δω να έχει μετρήσει όλα τα δευτερόλεπτα μου στη γη. Αφού όσο κι αν δεν το ομολογούμε, όσο κι αν δεν της το λέμε ποτέ, ο χρόνος μας συντονίζεται από την αρχή του με Εκείνη. 
         Καθώς τα γράφω όλα αυτά νιώθω ευγνωμοσύνη για σένα, για ολόκληρη αυτή την  σχέση που έχουμε που δεν χάνεται ποτέ και για τίποτα όσο κι αν οι συνθήκες αλλάζουν. Γι΄αυτό κι όταν σηκώνω το ποτηράκι μου δεν εύχομαι ποτέ για τα προηγούμενα. Εύχομαι πάντα για τα επόμενα. Για τους μελλοντικούς μας εαυτούς και το νέο ρόλο που επιφυλάσσει ο χρόνος για την κάθε μια μας μέσα στη ρευστή ζωή της άλλης.



            

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Ήχοι της πόλης




       Είναι ωραίο να περπατάς. Είναι ένας τρόπος να αφεθείς. Κάποιες φορές βάζεις τα ακουστικά και ταξιδεύεις σε τόπους που μ΄ένα δικό τους απερίγραπτο τρόπο σου είναι γνώριμοι κι άλλες φορές χωρίς ακουστικά, ακούς τις σκέψεις σου αφιλτράριστες  μέσα στους ήχους της πόλης. 
         Εδώ και κάποια χρόνια αυτό που ακούς στους ήχους της πόλης είναι μελαγχολία. Ο κόσμος  μελαγχολεί. Η μελαγχολία δεν έχει πάντα μουντά χρώματα. Ούτε πάντα ακούγεται μέσα σε αναστεναγμούς. Βλέπεις κάποιους ανθρώπους που πάνε εδώ κι εκεί, γελάνε, ποστάρουν φωτογραφίες και όταν τους ρωτήσεις ''πώς είσαι;'' απαντούν αμήχανα, διστάζουν. Σαν να μην ξέρουν τι να πουν. Δεν είναι όλα πάντα όπως φαίνονται. 
      Βλέπεις ένα φίλο μετά από καιρό τυχαία στο μετρό. Ανταλλάσεις δυό κουβέντες τυπικές, προσπαθείς να καταλάβεις, να πιάσεις το νήμα από εκεί που το έχεις αφήσει. Πού είσαι; Πώς πας; Καλά, αλλά κλείστηκα λίγο μέσα. Ήμουν στα κάτω μου. Δεν έβγαινα. Τουλάχιστον σου είπε κάτι αληθινό, σκέφτεσαι. Παράτησε τα προσχήματα, σ΄ εμπιστεύεται ακόμα. Όλα καλά θα πάνε του λες. Θα πάνε; 
     Όπως και όταν πριν λίγες μέρες ο Θοδωρής σου είπε πως στην άδεια του δεν πήγε πουθενά. Τα χρήματα δεν έφταναν να πάει κάπου αλλού εκτός από το χωριό. Όμως δεν  πήγε γιατί  δεν είχε όρεξη να πάει πάλι στο χωριό αφού εκεί είναι μια κολλημένη κατάσταση που δεν αντέχει άλλο. Το ίδιο του είπες. Όλα καλά θα πάνε. Θυμάσαι τι σου απάντησε; Πως εσύ το λες αυτό γιατί είσαι αισιόδοξη από το DNA σου.
      Δεν ξέρω τι κάνει έναν άνθρωπο αισιόδοξο. Αν είναι στο DNA του ή είναι μια ικανότητα που μπορείς να την δουλέψεις. Συνήθως η ζωή μας δείχνει πως τίποτα δεν είναι μόνο ένα. Όπως και τίποτα και κανείς δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται. Όμως νιώθω πολλές φορές πως ο θετικά σκεπτόμενος άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως γραφικός από μερικούς στους στραπατσαρισμένους καιρούς που ζούμε. Λες και έχουμε εθιστεί στο σκοτάδι και η χαρά μένει για όποιον δεν έχει προβλήματα. Αλήθεια υπάρχει τέτοιος άνθρωπος; Λες και η χαρά είναι κάτι που σε βρίσκει στο δόξα πατρί, εγκαθίσταται στη ζωή σου επ΄αόριστον και δεν ξεκολλάει ό,τι κι αν κάνεις. Εκείνο που ξέρω είναι πως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα με την χαρά. Αυτή περιμένει να την ανακαλύψεις. Ίσως ακόμα και να την εφεύρεις. Όμως αν μάθεις και την ανακαλύπτεις δεν το ξεχνάς ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν , όσο χρονών κι αν γίνεις. 
     Αυτά σκεφτόμουν περπατώντας. Μέχρι που έφθασα στο παρκάκι της γειτονιάς, εκεί που τα παιδιά παίζουν μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό. Λαχανιασμένα και ιδρωμένα παιδιά φώναζαν λες και ήταν ακόμα καλοκαίρι αδιαφορώντας για το φθινόπωρο που καταφθάνει και για τα σχολεία που έχουν ήδη ανοίξει.  Γιατί ούτε και πολλή σκέψη χρειάζεται νομίζω.

       

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Άνθρωποι-τριαντάφυλλα




Οι άνθρωποι τριαντάφυλλα μυρίζουν αξιοπρέπεια.
Το βλέμμα τους μεγαλώνει να σε χωρέσει.
Τα λόγια τους είναι λίγα και ταπεινά.
Μεγαλώνοντας έμαθα να τους ξεχωρίζω.

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Την νύχτα που τρεμόσβηνε το λ



        Παλιά έβγαινε στο δρόμο και μάζευε στιγμές. Οποιαδήποτε μέρα, με χειμώνα, με  σκοτεινή καταχνιά ή καυτό ήλιο ντάλα μεσημέρι, αυτός έβγαινε να μαζέψει στιγμές. Είχε στη κατοχή του πολλές. Μερικές απ' αυτές δεν τις θυμόταν καθόλου και άλλες πάλευε να τις ξεχάσει και αυτές δεν ξεκολούσαν από την μνήμη του όπως δεν ξεκολλάει η πεταλίδα από το βράχο ούτε με μαχαίρι όταν το αποφασίσει. Μερικές τις αγαπούσε περισσότερο, για άλλες ντρεπόταν γιατί στάθηκε κατώτερος τους. Ήταν όμως όλες δικές του, μια προς μια. 
      Στιγμές που ξενύχτησε να περπατάει τύφλα ερωτευμένος στην κοιμισμένη πόλη κι αυτή να μην ξέρει ούτε τ΄όνομα του. Στιγμές με τον Γιώργο στο Low Profile να ψάχνουν την άκρη. Στιγμές που χόρεψε ζεμπέκικο ξημερώματα σ΄ένα μαγαζί στην Λάρισα και του παίζανε παλαμάκια δυο συνάφελφοι, καλά φιλαράκια. Στιγμές που άφησε την δουλειά για να κάνει θεραπεία. Στιγμές στην Αστυπάλαια να προχωράει πάνω στις άσπρες κροκάλες με τα στρατιωτικά του άρβυλα και το μακρύ του μαύρο παλτό γιατί είχε χάσει το στοίχημα. Στιγμές που ξεχάστηκε για ώρα να κοιτάει τον ώμο της.  Στιγμές που μάλωναν από τη στιγμή της συνάντησης, συνέχιζαν στο αυτοκίνητο και σταματούσαν στο πρώτο ξεκλείδωμα της κλειδαριάς του διαμερίσματος. Στιγμές με πόλεμο. Στιγμές που το πλοίο άδειασε και η γιορτή σταμάτησε μέσα του.
     Δεν θυμόταν πότε άρχισε να μαζεύει στιγμές. Μπερδευόταν η μνήμη του όπως μπερδεύται με τα μηνύματα στο τηλεφωνητή. Ποτέ δεν κατάφερε να διακρίνει με την πρώτη ποιά είναι τα πρώτα, τα παλαιότερα. Για να είναι ειλικρινής θα πρέπει να παραδεχθεί πως δεν ενδιαφερόταν να μάθει την παλαιότητα τους. Τώρα τελευταία ούτε να τα ακούσει ήθελε. Έμπαινε στο σπίτι και δεν πάταγε το κουμπί του τηλεφωνητή. Αφού και ο τηλεφωνητής είναι κάτι ξεγραμμένο πλέον. Γιατί να αφήσει κάποιος μήνυμα στο τηλεφωνητή αφού αν θέλει σε βρίσκει στο κινητό. Εκείνος όμως έβαζε τηλεφωνητή κάθε μέρα πριν φύγει.  Άκουγε μια τη φωνή του όπως την είχαν ηχογραφήσει πριν από χρόνια ''Αυτή την στιγμή λείπουμε που σημαίνει ανατέλλουμε, παρακαλούμε αφήστε το μήνυμα σας'' Μπιπ και έφευγε.
    Ούτε το κινητό του άκουγε. Ήταν μονίμως χαμηλωμένο. Παρόλα αυτά το κουβαλούσε πάντα μαζί του. Το τέλος της μέρας, λίγο πριν κοιμηθεί πάντα το μοιραζόταν με το κινητό. Είχε διαφημιστικά μηνύματα από αλυσίδα καταστημάτων, από τον ουρολόγο του καμιά φορά όταν είχε ξεπεράσει το όριο για τον επανέλεγχο του προστάτη. Κάποιες φορές είχε εισερχόμενη κλίση από κανένα συνάδερφο για τις βάρδιες και από την ξαδέρφη του την Έφη για χρόνια πολλά και το κάλεσμα της Πρωτοχρονιάς.
    Είναι πολύ έξυπνο το κινητό του. Τον φροντίζει και είναι διαθέσιμο.  Κάνει υπολογισμούς, μετράει χρόνους, κόβει εισητήρια, διατηρεί τις γνωριμίες του, κατεβάζει ωραίες συνταγές για την βραδινή του μακαρονάδα. Δείχνει τα χιλιόμετρα που περπάτησε και πόσο χρόνο χρειάζεται για να διανύσει την συνηθισμένη του διαδρομή. Του λείπει η φωνή προς το παρόν. 
      Είχε πανσέληνο εκείνη τη νύχτα. Ανέβηκε στην ταράτσα. Κάθησε στη ξεχαρβαλωμένη του πολυθρόνα με τον ίδιο ηλίθιο φόβο. Ο ουρανός άχρονος και αόρατος κρεμόταν από πάνω του. Ο μύθος του ανίκητου ερχόταν να τον συντρίψει. Απλώς, περνούν τα χρόνια σκέφθηκε. Και όταν πας προς τα κάτω είναι σαν τσουλήθρα. Κάτι έλειπε. Κοίταξε την φωτεινή επιγραφή  του απέναντι καφενείου.  ''Η Ελπίς'' αναβόσβηνε έτοιμο να σβήσει το λ. 

Αυτά θυμόταν από εκείνη την νύχτα που τρεμόσβηνε το λ. 
Μέρες μετά ξαναανέβηκε. Η λάμπα στο λ είχε αλλάξει. Εκείνος είχε συλλέξει μια ακόμα στιγμή και η ελπίδα φώτιζε ξανά πάνω από το καφενείο. 

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

To επώνυμο








O χρόνος είναι μνήμη
Ο πόνος είναι μνήμη
Ο φόβος είναι μνήμη
Ο έρωτας είναι μνήμη
Η θλίψη είναι μνήμη
Η τύψη είναι μνήμη
Η στιγμή είναι μνήμη
Η σιωπή είναι μνήμη
Το πάθος είναι μνήμη
Το λάθος είναι μνήμη
Το χρώμα είναι μνήμη
Το άρωμα είναι μνήμη
Η μνήμη έχει επώνυμο : Aθανασία

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου

''Το Άλφα του Κενταύρου'' εκδόσεις Μανδραγόρας

Φωτογραφία Manuel Alvarez Bravo ''The Mexican''

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Αγνώστου συνθέτη





       Έμενε σε μια σοφίτα έξω από την επικαιρότητα. Έπαιζε πιάνο στην αρχή σ' άγνωστα μπαρ, απ΄αυτά που μυρίζουν υγρασία και φθηνό ουίσκι. Αργότερα έπαιζε σε στέκια επωνύμων στο κέντρο. Η μελαγχολία του κρατούσε αιώνες, γι΄αυτό και οι νότες του ήταν λυπημένες. Στη σοφίτα δεν είχε θέρμανση. Είχε όμως πιάνο. Φορούσε παλτό και σκούφο και ζεσταινόταν παίζοντας. Στα μπαρ φύσαγε μοναξιά, κι αυτός εξακολουθούσε να φοράει παλτό και σκούφο. Τις νύχτες έγραφε βιαστικά τις μελωδίες του στο πεντάγραμμο. Στην βιασύνη του πάνω ξέχναγε να γράφει το όνομα του. Σε κάποιους άρεσε η μουσική του και τον καλούσαν στα επίκαιρα σαλόνια τους να παίξει πιάνο. Τον επιδείκνυαν σαν συλλεκτικό κομμάτι αποκτημένο στις νυχτερινές τους εξορμήσεις. Κάποιοι τον έλεγαν αλήτη, ρέμπελο, τεμπέλη, άλλοι του ζητούσαν παραγγελιές κομμάτια που μισούσε κι άλλοι του μιλούσαν, τον εκτιμούσαν, τον αγαπούσαν αλλά πάντα τον άφηναν απ΄έξω. Ξημερώματα όταν τελείωνε αποσυρόταν στην αξιοπρέπεια και στην σιωπή του. Η σιωπή του κουβαλούσε τόνους δυναμίτη.
    Με τα χρόνια σιγά-σιγά ξεχάστηκε. Πέθανε με χαρτί απορίας στο Γεννηματά. Στην κηδεία του πήγαν κάποια φιλαράκια από τα παλιά. Από τους επίκαιρους σπουδαίους φίλους του δεν παρουσιάσθηκε κανείς. Ήταν εργάσιμη μέρα και δύσκολη ώρα η κηδεία και είχαν δουλειές.  Προχθές τον άκουσα τυχαία στο Τρίτο Πρόγραμμα. Ο μουσικός παραγωγός είπε πως ήταν  έργο αγνώστου συνθέτη.  Όμως νομίζω  πως τον ήξερα. Σαν να έμενε στον παρακάτω δρόμο. Σε μια απ΄αυτές τις σοφίτες που μένουν άνθρωποι που ενώ τους ξέρουμε σαν άλλοι δικοί μας σοφοί και άγιοι δεν τους γνωρίζουμε ποτέ. Πάντα οι ήρωες είναι άγνωστοι.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Τα κορίτσια



Αγάπησαν και πίστεψαν σε λόγια τραγουδιών. Κοιμήθηκαν σε παραλίες. 
Δάγκωσαν τα χείλη που είπαν ψέματα, άλλοτε αινιγματικές κι άλλοτε απρόσιτες.
Τώρα τα βράδυα μένουν μέσα. Τώρα το πρωί κάποιες δουλεύουν, κάποιες όχι. Μετά σκουπίζουν, μαγειρεύουν, ξεσκονίζουν μ΄ανοικτό ραδιόφωνο. Είναι ουδέτερες. Αργά το βράδυ, πριν κοιμηθούν κοιτιούνται στο καθρέφτη. Είναι όμορφες και επιθυμητές, ίσως γι΄αυτό και ακόμα πιο μόνες. Η μια βεβαιότητα σιγουρεύει την άλλη. Κουβαλούν τόσα πρέπει και συμβουλές απο αρχαίους νόμους που ίσως και να μην υπήρξαν ποτέ.
Στο λουτρό πριν κοιμηθούν μπαίνει λίγο σαπούνι στο μάτι, το δάκρυ γίνεται ατμός και η εικόνα θολώνει.


Φωτογραφία Francesca Woodman






https://youtu.be/cNpCx_TDO24

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Το δέντρο





Η μητέρα κάτω κλαίει
κλαίει, κλαίει.
Κάποτε ξαπλωμένος στα γόνατα της,
στο πεθαμένο δέντρο
της έμαθα να χαμογελάει
να κρατάει τα δάκρυα της
να καταλύει την ενοχή της
να γιατρεύει τον θάνατο μέσα της
να της δίνω ζωή.
'Ηταν η ζωή μου.

D.Winniccot

Μετάφραση Πάνος Αλούπης

Ζωγραφική Μίλτος Παντελιάς

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια



Σκίτσο Κώστας Κηλαηδόνης


Ο κύβος
    O χώρος όπου βρισκόμουνα, ήταν καμωμένος από τέσσερα μεγάλα τζάμια, σαν κύβος. Μόνο το πάτωμα και το ταβάνι δεν ήταν γυάλινα. Απο κει μέσα έβλεπα τους άλλους που ήταν κι αυτοί κλεισμένοι σε ίδια γυάλινα κουτιά. Το ταβάνι και το πάτωμα ήταν κοινό για όλους μας. Το ένα κουτί από το άλλο απείχε μισό μέτρο. Ήταν μια τεράστια αίθουσα και ήταν γεμάτη με  τέτοια κουτιά. Ο ένας τοίχος της μεγάλης αυτής αίθουσας δεν υπήρχε. Εκεί το πάτωμα ενωνόταν με μια αμμουδιά και έβγαινε στην θάλασσα. Όλοι όσους έβλεπα ήταν γνωστοί. Πώς βρεθήκαμε εκεί, πώς αναπνέαμε, πώς τρώγαμε δεν ξέρω. Στο πάτωμα υπήρχε μια λεπτή άσπρη σκόνη. Όλοι κοιτάζαμε προς την θάλασσα. Εγώ με κάποιο τρόπο βγήκα χωρίς να σπάσει το γυαλί και άρχισα να κυκλοφορώ στα τέσσερα, στους γυάλινους διαδρόμους.

Από την συλλογή διηγημάτων του Λουκιανού Κηλαηδόνη '' Υδράργυροι ''.
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Αύγουστος 1975


Αντίο Λουκιανέ με τα κάτασπρα, αγέρωχα μαλλιά. Το πάρτυ τελείωσε.





Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Miles και Μπέτυ




      Από το ταβάνι δεν πέφτουν αστέρια. Κι αυτός δεν είναι πια ούτε τόσο μικρός για να χωράει στα παιδικά δωμάτια αλλά ούτε τόσο μεγάλος για να μην θυμάται, για να ξεχνάει ό,τι είχε ζήσει μέσα σ΄αυτά. Κάποιος του είπε πως αν δεν τον καλύπτει κάτι πρέπει να επινοήσει κάτι άλλο μόνος του για να προχωρήσει.
   Επινόησε μια φανταστική οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Μiles Davis. Μαύρος, τρομπετίστας, υπερβολικά ταλαντούχος. Έχει ένα ζεστό χαμόγελο όπως η ανάσα του στον καθρέφτη. Τα χέρια του χαιδεύουν την τρομπέτα του όπως εκείνος χαιδεύει την γάτα του την Αβάνα κάθε φορά που μπαίνει τρέμοντας και βρεγμένη μέσα από το παράθυρο. Ο Miles είναι πάντα τόσο ευτυχισμένος και δυνατός πάνω στην σκηνή που νομίζεις πως δεν έχει πονέσει ποτέ. Ιδρώνει πολύ κάτω από τα φώτα. Είναι μόνος του ολόκληρη ορχήστρα. Το σώμα του γίνεται τόξο και βέλος μαζί για να πετάξει έξω όλο το εσωτερικό του φως. Είναι περήφανος που είναι ο πατέρας του. Για μάνα του διάλεξε τη Μπέτυ Λιβανού. Η πρώτη γυναίκα που του μίλησε για τον έρωτα ήταν η Μπέτυ. Της άρεσαν τα αστεία του. Δεν του ζήτησε να κουρευτεί ποτέ. Τον παρακαλούσε να μείνει ασυμβίβαστος. Όχι να γίνει φυγάς. Ποιητής να γίνει ή συγγραφέας. Να γράφει για την ελευθερία του. Φοιτητές ακόμα στο  δωμάτιό του είχαν δει με την Άννα την ταινία με τον Σιδηρόπουλο και την Μπέτυ και έμαθε λέει ''να μ΄αγαπάς''. Έτσι έμαθε να προσέχει το χαμόγελο περισσότερο ακόμα κι από το βλέμμα. Μέχρι τότε δεν ήξερε. Κάθε νύχτα η Μπέτυ ανοίγει ακόμα παράθυρα στους  τοίχους του.  Ένιωθε τυχερός που η Μπέτυ ήταν μάνα του. 
    Εδώ και χρόνια δεν πετάει απλά στα σύννεφα. Κρατιέται απ΄αυτά. Πιο παλιά ένιωθε άσχημα που πέταγε στα σύννεφα. Το έκανε όμως συνειδητά για να συναντήσει πότε-πότε αυτούς που αγαπούσε. Άλλωστε γιατί θα έπρεπε να νιώθει άσχημα; Πρώτα-πρώτα δεν ήταν ο μόνος και ύστερα γιατί τα σύννεφα αυτά του ουρανού του είχαν τις ρίζες τους χωμένες βαθειά μέσα στη γη. Εκτός από την φανταστική του οικογένεια δεν χρειάσθηκε να επινοήσει τίποτα άλλο. Η Μαρία στην ζωή του ήρθε μετά από λίγους μήνες. 
    Αυτό που είχε μόνος του καταλάβει με τα χρόνια είναι πως η καρδιά δεν μπορεί παρά πριν στρογγυλέψει στις πάνω άκρες, πριν μαλακώσει, να ήταν τετράγωνη και σκληρή για να χωράει την λογική του συναισθήματος. Έτσι εξηγούσε πως ακόμα και η δική της καρδιά τον πλήγωνε τόσο. Κι ας ήταν μες στην οθόνη του μυαλού του το μόνο πράγμα που 'χε μείνει όρθιο στο κόσμο να είναι αυτή. Αφού το ''να μ΄αγαπάς'' και το όσο μπορείς απέχουν τελικά απόσταση.



Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Οι γάτες του φωταγωγού



     Από το παράθυρο μου βλέπω την Αθήνα της νύχτας που όλο και περισσότερο θαμπώνει. Σήμερα κάποιος γίνεται εικοσιοκτώ, τριανταοκτώ, σαρανταοκτώ. Κάποιος θα νιώθει πιο ζωντανός ανάμεσα στους ζωντανούς. Κάποιος πιο πεθαμένος ανάμεσα στους πεθαμένους. Και κάποιος θα φωνάζει θαύμα τελειώνοντας όσα δεν μπόρεσε ποτέ ν΄αρχίσει. Πόση τύχη έφεραν άραγε όλα αυτά τα χρόνια; Πόσο αργά σκορπίζεται η τύχη όταν κάνει βουτιά από τον έκτο στην αχρωματοψία; Οι γάτες του φωταγωγού δεν ξέρουν ν΄απαντήσουν. Κοιτούν όμως προς τα πάνω περιμένοντας να τους στείλει κάτι από ψηλά κάποιος μακρινός τους ξάδερφος.